Τις τελευταίες μέρες, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε μια αποφασιστική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της χώρας του που αφορά την κλιματική αλλαγή και τη διεθνή συνεργασία για την αντιμετώπισή της. Με επίσημο υπόμνημα του Λευκού Οίκου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ γνωστοποίησε ότι η χώρα θα αποχωρήσει από συνολικά 31 όργανα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένης της βασικής παγκόσμιας συνθήκης για το κλίμα, της συνθήκης που καθιέρωσε τη διεθνή συνεργασία για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από το 1992 και αποτελεί το θεμέλιο των παγκόσμιων διαπραγματεύσεων για το κλίμα.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ θα εγκαταλείψουν και την πιο σημαντική παγκόσμια επιτροπή που αξιολογεί και συνθέτει την επιστήμη του κλίματος, ένα σώμα στο οποίο βασίζονται κυβερνήσεις και επιστήμονες σε όλο τον κόσμο για την κατανόηση των επιπτώσεων της θέρμανσης του πλανήτη. Με αυτόν τον τρόπο, οι Ηνωμένες Πολιτείες γίνονται η πρώτη χώρα που αποχωρεί επίσημα από αυτή τη θεμελιώδη συνθήκη, ενώ ήδη είχαν διακόψει τη χρηματοδότησή της και είχαν ανακοινώσει παλαιότερα την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν από τη Συμφωνία του Παρισιού για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης.
Η απόφαση περιλαμβάνει επίσης την αποχώρηση από δεκάδες άλλους διεθνείς οργανισμούς, πολλοί από τους οποίους ασχολούνται άμεσα ή έμμεσα με περιβαλλοντικά ζητήματα, την προστασία της φύσης και την ανάπτυξη καθαρών μορφών ενέργειας. Μεταξύ αυτών είναι οργανισμοί που προωθούν τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή παρέχουν επιστημονική υποστήριξη σε θέματα βιοποικιλότητας και οικοσυστημάτων, γεγονός που υποδηλώνει μια ευρύτερη απομάκρυνση των ΗΠΑ από θεσμούς που στηρίζουν τη διεθνή συνεργασία για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Σε σχετική δήλωση, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε αυτές τις οργανώσεις που αποχωρεί η χώρα ως φορείς που δεν εξυπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα, επιμένοντας ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει την υποστήριξη σε «γραφειοκρατικούς» θεσμούς που, κατά την άποψή της, δρουν κατά των αμερικανικών στόχων.
Η κίνηση αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην παγκόσμια κοινότητα. Επικριτές των ΗΠΑ επισημαίνουν ότι με την αποχώρηση από τη συνθήκη και από το κορυφαίο επιστημονικό σώμα για το κλίμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν την ικανότητα να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων σε κρίσιμα διεθνή φόρα για το μέλλον της κλιματικής δράσης και να συμβάλλουν στην καθοδήγηση της παγκόσμιας στρατηγικής για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης. Πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν την απόφαση ως υποχώρηση από την ηγετική θέση που είχε η χώρα στον κόσμο σε θέματα περιβαλλοντικής πολιτικής και συνεργασίας, υποστηρίζοντας ότι αυτό μπορεί να δυσχεράνει την πρόοδο στην αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων που σχετίζονται με το κλίμα.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη βασική συνθήκη για το κλίμα και από το κορυφαίο επιστημονικό σώμα αποτελεί την πιο πρόσφατη κίνηση στην ευρύτερη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ να αναθεωρήσει τη συμμετοχή της χώρας σε πολυμερείς οργανισμούς και συμφωνίες που θεωρεί ότι δεν συμφωνούν με τα εθνικά της συμφέροντα. Αυτή η στροφή έχει ήδη φέρει την αμερικανική θέση πιο απομονωμένη σε διεθνές επίπεδο στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο άλλες χώρες αντιμετωπίζουν τη συνεργασία για την επίτευξη κοινών στόχων μείωσης των εκπομπών και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας στις επιπτώσεις του θερμού κλίματος.
