Στο χιονισμένο σκηνικό του Νταβός, εκεί όπου παραδοσιακά χτυπά η καρδιά της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ, η φετινή διοργάνωση του 2026 εξελίχθηκε σε ένα πεδίο σφοδρής ιδεολογικής και οικονομικής σύγκρουσης. Το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, που για χρόνια αποτελούσε το κοινό σημείο αναφοράς των ηγετών, μετατράπηκε σε μια αρένα όπου η καθαρή τεχνολογία επιχειρεί να επιβληθεί κόντρα σε μια απρόσμενη πολιτική αβεβαιότητα. Παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις, οι εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας δείχνουν μια ξεκάθαρη τάση που υπερβαίνει τις προσωρινές παλινδρομήσεις, καθώς η μετάβαση προς ένα μέλλον χαμηλών ρύπων δεν είναι πλέον μια θεωρητική επιδίωξη, αλλά μια αμείλικτη οικονομική πραγματικότητα.
Η ραγδαία πτώση του κόστους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η εντυπωσιακή πρόοδος στις τεχνολογίες αποθήκευσης με μπαταρίες έχουν προσδώσει μια ορμή στην αγορά που δύσκολα μπορεί να ανακοπεί. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, ο πρώην αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Αλ Γκορ, περιέγραψε εύστοχα τη σημερινή κατάσταση ως μια «πολιτική ύφεση» που όμως δεν συνοδεύεται από ανάλογη κάμψη της αγοράς. Η ενεργειακή μετάβαση συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές αποφάσεις και την πραγματική οικονομία, όπου οι επενδύσεις στρέφονται μαζικά προς τις καθαρές λύσεις λόγω της ανταγωνιστικότητάς τους.
Η ρητορική της «πράσινης απάτης» και το ενεργειακό σχίσμα
Ωστόσο, η αισιοδοξία των υποστηρικτών της βιωσιμότητας ήρθε αντιμέτωπη με τη σκληρή ρητορική του Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος χρησιμοποίησε το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για να εξαπολύσει μια σφοδρή επίθεση στις ανανεώσιμες πηγές. Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε τις τρέχουσες περιβαλλοντικές πολιτικές ως «τη μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία», εστιάζοντας την κριτική του κυρίως στις ανεμογεννήτριες, τις οποίες περιέγραψε ως οικονομικά ασύμφορες και περιβαλλοντικά επιζήμιες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εμμονή της Ευρώπης με την αιολική ενέργεια έχει οδηγήσει σε οικονομική αποδυνάμωση, την ώρα που οι ΗΠΑ επιλέγουν να επιστρέψουν με πλήρη ισχύ στο πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και την πυρηνική ενέργεια.
Αυτή η στροφή δεν είναι μόνο ζήτημα οικονομίας, αλλά και εθνικής ασφάλειας. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει στην αναστολή μεγάλων έργων θαλάσσιων αιολικών πάρκων στις ακτές του Ατλαντικού, επικαλούμενη κινδύνους για την άμυνα της χώρας και πιθανές παρεμβολές στα συστήματα ραντάρ. Αυτή η κίνηση έχει προκαλέσει τριγμούς στις διεθνείς αγορές, δημιουργώντας ένα τοπίο που πολλοί αναλυτές χαρακτήρισαν ως «σχιζοφρενικό»: από τη μια πλευρά τίθενται φιλόδοξοι περιβαλλοντικοί στόχοι και από την άλλη λαμβάνονται μέτρα που ευνοούν τις παραδοσιακές μορφές ενέργειας.
Το παράδοξο της Κίνας και η μάχη για την κυριαρχία
Μία από τις πιο αιχμηρές αναφορές του Αμερικανού Προέδρου αφορούσε τον ρόλο της Κίνας, την οποία κατηγόρησε ότι ενεργεί με «εξαιρετική πονηριά». Ο ισχυρισμός του ότι το Πεκίνο εξάγει ανεμογεννήτριες στη Δύση ενώ το ίδιο βασίζεται στον άνθρακα, αν και καταρρίπτεται από τα στοιχεία που δείχνουν ότι η Κίνα διαθέτει την μεγαλύτερη εγκατεστημένη ισχύ καθαρής ενέργειας στον κόσμο, αναδεικνύει την ουσία της σύγκρουσης. Δεν πρόκειται πλέον για μια απλή συζήτηση για το περιβάλλον, αλλά για μια σκληρή μάχη για τον έλεγχο των παγκόσμιων πόρων και της γεωπολιτικής ισχύος.
Η απεξάρτηση από τη ρύπανση παραμένει ηθική επιταγή, αλλά πλέον αποτελεί και στρατηγική επιλογή για την ενεργειακή ασφάλεια. Παρά τις πολιτικές διακυμάνσεις στις αίθουσες των συνεδρίων, η τεχνολογική επανάσταση στα ηλεκτρικά οχήματα και τις υποδομές καθαρής ενέργειας λειτουργεί ως ο πραγματικός κινητήρας της αλλαγής. Το συμπέρασμα από το φετινό Νταβός είναι ότι η πορεία προς τη βιωσιμότητα θα συνεχιστεί, όχι απαραίτητα λόγω πολιτικής βούλησης, αλλά επειδή η οικονομική και τεχνολογική πραγματικότητα έχει πλέον καταστήσει τις καθαρές λύσεις πιο ανθεκτικές στις κρίσεις και πιο οικονομικές μακροπρόθεσμα.
