Η κλιματική κρίση έχει μετατραπεί από περιβαλλοντικό ζήτημα σε ένα από τα πλέον κρίσιμα επιχειρηματικά ρίσκα του 21ου αιώνα. Όχι μόνο επειδή καθιστά πολλές επιχειρηματικές δραστηριότητες πιο ευάλωτες, αλλά και επειδή πλέον επηρεάζει άμεσα την οικονομική σταθερότητα, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, την πρόσβαση σε πόρους και τη φήμη των εταιρειών σε διεθνές επίπεδο.
Οι φυσικοί κίνδυνοι που συνδέονται με τις αλλαγές του κλίματος —όπως ακραία καιρικά φαινόμενα, πλημμύρες, καύσωνες, ξηρασίες και καταστροφή οικοσυστημάτων— έχουν ήδη αποδειχθεί ότι μπορούν να διαταράξουν την παραγωγή και τη λειτουργία επιχειρήσεων. Αυτές οι διαταραχές πλήττουν την παραγωγικότητα, μειώνουν την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και αυξάνουν το κόστος λειτουργίας, ειδικά σε τομείς που εξαρτώνται άμεσα από φυσικούς πόρους.
Επιπλέον, εκτός από τα περιβαλλοντικά αποτελέσματα, η κλιματική αλλαγή φέρνει μαζί της και κινδύνους μετάβασης. Οι μεταβολές στις πολιτικές και στους κανονισμούς που επιβάλλονται για να περιοριστούν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και άλλων ρύπων μεταβάλλουν ριζικά το επιχειρηματικό περιβάλλον. Επιχειρήσεις που δεν προσαρμόζονται εγκαίρως σε πιο αυστηρά πρότυπα για τις εκπομπές, την ενέργεια και τη βιωσιμότητα αντιμετωπίζουν αυξημένο ρυθμιστικό κόστος, πιθανές κυρώσεις και μείωση πρόσβασης σε χρηματοδότηση.
Αυτός ο συνδυασμός φυσικών και μεταβατικών κινδύνων οδηγεί πολλούς οικονομικούς φορείς να εντάσσουν την κλιματική αλλαγή στην ίδια κατηγορία με τους χρηματοοικονομικούς, λειτουργικούς και στρατηγικούς κινδύνους. Κεντρικές τράπεζες και εποπτικές αρχές, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, έχουν ήδη αρχίσει να λαμβάνουν υπόψη αυτούς τους κινδύνους στην ανάλυση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα, δείχνοντας ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής δεν είναι μόνο περιβαλλοντικοί αλλά και θεμελιώδεις για τη λειτουργία των αγορών.
Σε πρακτικό επίπεδο, πολλές επιχειρήσεις σήμερα αντιμετωπίζουν αυξανόμενες απαιτήσεις από επενδυτές, πελάτες και ρυθμιστικές αρχές να ενσωματώσουν την κλιματική κρίση στη στρατηγική και στη λήψη αποφάσεων. Έρευνες δείχνουν ότι η πλειοψηφία των οργανισμών έχει δεσμευτεί σε στόχους μείωσης εκπομπών, αλλά παρά τους φιλόδοξους στόχους, οι εταιρείες συχνά δυσκολεύονται να μεταφράσουν αυτές τις δεσμεύσεις σε ουσιαστική δράση και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Όσο οι φυσικοί κίνδυνοι εντείνονται και οι μεταβατικοί κίνδυνοι αυξάνονται, η κλιματική κρίση όχι μόνο αλλάζει τις επιχειρηματικές προτεραιότητες, αλλά επαναπροσδιορίζει την ίδια τη φύση των κινδύνων που οι επιχειρήσεις πρέπει να διαχειριστούν για να επιβιώσουν. Για πολλές εταιρείες, η αδράνεια σημαίνει όχι μόνο μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, αλλά και απώλειες ανταγωνιστικότητας, επενδυτικής εμπιστοσύνης και μακροπρόθεσμων εσόδων, καθιστώντας την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής μια αναπόφευκτη επιχειρηματική προτεραιότητα.
