Σε έναν κόσμο όπου οι χρηματιστηριακές αγορές και οι επενδυτές επιχειρούν συχνά να συμφιλιώσουν την κερδοσκοπία με τη δημόσια εικόνα της ηθικής, οι δείκτες ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία, Εταιρική Διακυβέρνηση) πλασάρονται ως τα απόλυτα φίλτρα καθαρότητας. Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει σε ενδελεχές ρεπορτάζ του το Reporters United, η πραγματικότητα αποδεικνύεται εντελώς διαφορετική από τα ευαγή χαρτοφυλάκια που διαφημίζονται. Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ, το οποίο αναδεικνύει τις χρόνιες παθογένειες της εγχώριας αγοράς, στην κορυφή του επίσημου δείκτη ESG του Χρηματιστηρίου Αθηνών φιγουράρουν ένα διυλιστήριο πετρελαίου, μια τσιμεντοβιομηχανία και η μεγαλύτερη εταιρεία ηλεκτροδότησης της χώρας, ο οποίος αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο ρυπαντή διοξειδίου του άνθρακα στην Ελλάδα. Μέσα από ένα έξυπνο χρηματιστηριακό τρικ, μεγάλες ενεργειακές και βιομηχανικές δυνάμεις χτίζουν ανενόχλητες ένα πλασματικό πράσινο προφίλ, μετατρέποντας τη γραφειοκρατική διαφάνεια σε άλλοθι περιβαλλοντικής ευαισθησίας.
Η ανατομία ενός δείκτη χωρίς οικολογικά φίλτρα
Όπως σημειώνεται στην έρευνα του Reporters United, σήμερα η ζήτηση για «ηθικές» επενδύσεις έχει γεννήσει μια ολόκληρη βιομηχανία δεικτών βιωσιμότητας. Στην περίπτωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ο δείκτης ATHEX ESG δημιουργήθηκε τον Αύγουστο του 2021 με σκοπό να παρακολουθεί τις εισηγμένες εταιρείες. Η μεγάλη ειρωνεία, όπως αποκαλύπτει το ρεπορτάζ, βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα του κανονισμού του: ο δείκτης δεν αξιολογεί το πόσο πράσινη ή φιλική προς το περιβάλλον είναι μια επιχείρηση, αλλά αποκλειστικά το πόσο πλήρη είναι τα στοιχεία που δημοσιεύει.
Σύμφωνα με την επίσημη μεθοδολογία διαφάνειας που επικαλείται η δημοσιογραφική έρευνα, η αξιολόγηση εξετάζει το ποσοστό πληρότητας των δημοσιοποιήσεων βάσει ενός οδηγού μετρικών, χωρίς να θέτει κανένα απολύτως περιβαλλοντικό ή κοινωνικό κριτήριο αποκλεισμού. Καμία εταιρεία δεν απορρίπτεται για τις ρυπογόνες δραστηριότητές της, αρκεί να καταγράφει γραφειοκρατικά τις επιδόσεις της. Έτσι, στον δείκτη συνυπάρχουν εταιρείες με τεράστιο αποτύπωμα άνθρακα, συστημικές τράπεζες με καταδίκες για καρτέλ, καθώς και ιδιωτικά μονοπώλια τζόγου. Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει το Reporters United, μια ολόκληρη αγορά συμβουλευτικών υπηρεσιών ανθεί, με δημόσιους οργανισμούς να δαπανούν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για την παραγωγή εκθέσεων που τροφοδοτούν το σχετικό Data Portal, χωρίς καμία απολύτως μείωση στις εκπομπές ρύπων.
Η απόσταση μεταξύ «διαφάνειας» και διεθνών προτύπων
Όπως υπογραμμίζεται στο ρεπορτάζ, η σύγκριση ανάμεσα στις υψηλές βαθμολογίες του ATHEX ESG και στις πραγματικές αξιολογήσεις διεθνών οίκων αποκαλύπτει ένα χαώδες χάσμα. Ενώ εταιρείες επιτυγχάνουν κορυφαία ποσοστά διαφάνειας στον ελληνικό δείκτη, οι αντίστοιχες αξιολογήσεις τους από διεθνείς φορείς όπως η Sustainalytics ή η MSCI καταγράφουν μέτριες ή υψηλά ρισκαδόρικες περιβαλλοντικές επιδόσεις. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός, όπως επισημαίνει η έρευνα, ότι κορυφαία θεσμικά ταμεία του εξωτερικού, όπως το νορβηγικό κρατικό ταμείο ή το συνταξιοδοτικό KLP, έχουν διατηρήσει στο παρελθόν αυστηρούς αποκλεισμούς για ελληνικούς κολοσσούς λόγω της εμπλοκής τους στα ορυκτά καύσιμα και τον άνθρακα.
Αντίστοιχα, το ρεπορτάζ του Reporters United αναδεικνύει ότι ο δείκτης δεν θα μπορούσε να σταθεί με το ίδιο όνομα σε άλλα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια. Όταν η μεγάλη συστημική τράπεζα επιχείρησε να διαθέσει αμοιβαίο κεφάλαιο επενδύοντας στον ATHEX ESG, αναγκάστηκε αργότερα να αφαιρέσει τον όρο από την ονομασία του, καθώς ο δείκτης δεν πληρούσε τις αυστηρές ευρωπαϊκές προδιαγραφές της ESMA που αποκλείουν εταιρείες με έσοδα από ορυκτά καύσιμα. Στα χρηματιστήρια του Παρισιού, του Άμστερνταμ ή των Βρυξελλών, όπως καταγράφεται στην έρευνα, οι θυγατρικές του ομίλου Euronext εφαρμόζουν αυστηρά φίλτρα αποκλεισμού για τον άνθρακα και το πετρέλαιο, κάτι που απουσιάζει επιδεικτικά από το Χρηματιστήριο Αθηνών.
Το αποκορύφωμα αυτής της στρέβλωσης, όπως εξηγεί το ρεπορτάζ, εντοπίζεται στη χρήση των δεικτών από τις ίδιες τις επιχειρήσεις για την επικοινωνιακή τους θωράκιση. Δελτία τύπου και οικονομικές εκθέσεις από κορυφαίους ομίλους παρουσιάζουν τη βαθμολογία διαφάνειας ως «απόδειξη ισχυρών περιβαλλοντικών επιδόσεων» και «θετικού αποτυπώματος για την κοινωνία και την οικονομία». Ένα διυλιστήριο με εκπομπές δεκάδων εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα καταφέρνει να βαφτίζει την τυπική καταγραφή των δεδομένων του ως ηγετική πράσινη μετάβαση.
Όπως καταλήγει το Reporters United, το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως greenwashing ή πράσινο ξέπλυμα, βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε ένα κανονιστικό κενό όπου η γραφειοκρατική συλλογή στοιχείων εξισώνεται τεχνητά με την ουσιαστική οικολογική πρόοδο. Ακόμη και το ίδιο το Χρηματιστήριο Αθηνών, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως διαχειριστής του δείκτη και ως εισηγμένη εταιρεία, αξιολογεί τον εαυτό του με τα ίδια μέτρα, κλείνοντας τον κύκλο μιας αυτοαναφορικής βιομηχανίας που προσφέρει άλλοθι ρύπανσης αντί για πραγματική βιωσιμότητα.
Η επόμενη μέρα: Νέοι δείκτες και το στοίχημα της αξιοπιστίας
Μέσα σε αυτό το τοπίο αμφισβήτησης, η Euronext Athens προχώρησε στην παύση του Υπολογισμού Δείκτη ATHEX ESG. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί τη νίκη της ερευνητικής δημοσιογραφίας απέναντι στις πρακτικές του τεχνητού πράσινου ξεπλύματος.
