Η εικόνα που εμφανίζει το εγχώριο οικιστικό απόθεμα στον τομέα της εξοικονόμησης ενέργειας αποτυπώνει μια βαθιά αντίφαση. Ενώ την τελευταία εξαετία διοχετεύθηκαν στην αγορά κρατικοί και ευρωπαϊκοί πόροι που προσεγγίζουν τα δυόμισι δισεκατομμύρια ευρώ, τα αποτελέσματα στην πραγματική οικονομία και στα νοικοκυριά παραμένουν εξαιρετικά φτωχά. Οι αριθμοί αποκαλύπτουν ότι η κάλυψη των αναγκών κινείται με ρυθμούς που απέχουν σκανδαλωδώς από τους ευρωπαϊκούς στόχους, αφήνοντας την πλειονότητα των πολιτών απροστατευτη απέναντι στο αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Η ουραγός και η κατρακύλα των δεικτών
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα επίσημα κοινοτικά στοιχεία, η χώρα καταλαμβάνει μία από τις χαμηλότερες θέσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά το ποσοστό των πολιτών που διαμένουν σε ανακαινισμένα και ενεργειακά βελτιωμένα σπίτια. Μόλις ένας στους δέκα πολίτες δηλώνει ότι η κατοικία του υπέστη σχετικές εργασίες τα τελευταία πέντε χρόνια, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι υπερδιπλάσιος, ενώ σε προηγμένα κράτη του βορρά τα ποσοστά αυτά ξεπερνούν ακόμη και το 60% εκατό.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η χαμηλή αφετηρία, αλλά η τάση οπισθοδρόμησης που καταγράφεται. Ενώ θα περίμενε κανείς τα ποσοστά να αυξάνονται σταδιακά λόγω της εισροής των κονδυλίων, παρατηρείται κάμψη των δεικτών σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Ακόμη και γειτονικά κράτη με παρόμοια ή χαμηλότερα οικονομικά μεγέθη εμφανίζουν πολλαπλάσια ποσοστά ανανεωμένου κτιριακού δυναμικού, αναδεικνύοντας τις εγγενείς αδυναμίες του εγχώριου μοντέλου.
Το κύμα ακριβείας που «κατάπιε» τις επιδοτήσεις
Η βασική αιτία αυτής της εικόνας εντοπίζεται στο εκρηκτικό κοκτέιλ ανατιμήσεων που χτύπησε τον κατασκευαστικό κλάδο. Το κόστος των οικοδομικών υλικών, των εξειδικευμένων συστημάτων και των ημερομισθίων εκτινάχθηκε κατά 40-50%. Αυτή η εξέλιξη ουσιαστικά αχρήστευσε την πραγματική αξία των κρατικών ενισχύσεων.
Τα διαθέσιμα κονδύλια, παρότι παρέμειναν υψηλά σε απόλυτους αριθμούς, απορροφήθηκαν από το αυξημένο κόστος ανά μονάδα. Αποτέλεσμα ήταν να επιδοτούνται σημαντικά υψηλότερα ποσά ανά κατοικία για να καλυφθούν οι ίδιες ακριβώς εργασίες, γεγονός που οδήγησε σε δραστική συρρίκνωση του συνολικού αριθμού των ωφελουμένων. Οι ιδιοκτήτες καλούνται πλέον να βάλουν πολύ βαθύτερα το χέρι στην τσέπη για να καλύψουν τη δική τους ιδιωτική συμμετοχή, καθιστώντας την αναβάθμιση απλησίαστο όνειρο για τα ασθενέστερα στρώματα.
Διοικητικές αγκυλώσεις και γραφειοκρατικός χρόνος
Πέραν του οικονομικού παράγοντα, το σύστημα υποφέρει από χρόνιες διοικητικές παθογένειες. Οι διαδικασίες εγκρίσεων, η εμπλοκή των τραπεζικών ιδρυμάτων και οι καθυστερήσεις στην εκταμίευση των εκταμιεύσεων δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες στην αγορά. Το αποτέλεσμα είναι να δίνονται αλλεπάλληλες παρατάσεις στις προθεσμίες ολοκλήρωσης των έργων ακόμη και για προγράμματα παλαιότερων ετών, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος απώλειας των κοινοτικών κονδυλίων.
Η απαίτηση για καταβολή προκαταβολών προς τους προμηθευτές ως προϋπόθεση για την εξασφάλιση χρόνου υλοποίησης μεταφέρει όλη την πίεση ρευστότητας στους ίδιους τους πολίτες και τα συνεργεία. Έτσι, ο χρόνος από την αίτηση μέχρι την τελική παράδοση του έργου διογκώνεται, προκαλώντας απογοήτευση και αποχή των ενδιαφερομένων.
Στρεβλώσεις στην κατανομή των πόρων
Ένα επιπλέον σημείο κριτικής αφορά τα κριτήρια και τη γεωγραφική διοχέτευση των κεφαλαίων. Παρότι η μέριμνα για τις περιοχές που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές κρίνεται επιβεβλημένη, ο σχεδιασμός παραμέλησε μεγάλα αστικά κέντρα.
Η Αττική, στην οποία συγκεντρώνεται σχεδόν το 40% του συνολικού οικιστικού πλούτου της χώρας με εκατομμύρια παλαιές κύριες κατοικίες, έλαβε ένα ελάχιστο ποσοστό των συνολικών επιδοτήσεων. Η υποχρηματοδότηση των αστικών κέντρων, όπου οι ανάγκες για θερμομόνωση και αλλαγή συστημάτων θέρμανσης είναι τεράστιες, κρατά δέσμιο το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σε κτίρια ενεργειακά αστέγαστα.
Η μεγάλη εικόνα και η ανάγκη επανασχεδιασμού
Τραπεζικές αναλύσεις και οικονομικές μελέτες υπογραμμίζουν ότι τουλάχιστον τρία εκατομμύρια κατοικίες στην επικράτεια χρήζουν άμεσων εκτεταμένων παρεμβάσεων για να ξεφύγουν από τις χαμηλότερες ενεργειακές κατηγορίες. Ωστόσο, η ζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη σε μηχανισμούς που αδυνατούν να καλύψουν τον όγκο των αναγκών.
Όσο τα προγράμματα δεν αναπροσαρμόζονται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και όσο η γραφειοκρατία καταναλώνει χρόνο και πόρους, η ενεργειακή μετάβαση της κατοικίας θα προχωρά με ρυθμούς χελώνας. Το στοίχημα για τα επόμενα χρόνια δεν είναι απλώς η απορρόφηση των κονδυλίων, αλλά η διαμόρφωση ευέλικτων εργαλείων που θα φτάνουν γρήγορα και δίκαια στον πολίτη.
