Τα δέντρα μπορεί να υποφέρουν σημαντικά κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα και η θερμική καταπόνηση μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Μπορεί να επηρεάσει διεργασίες σε μοριακό επίπεδο, αλλά και τη βιολογία ολόκληρου του δέντρου.
Έχει αποδειχθεί ότι ακόμη και ένας καύσωνας διάρκειας τριών ημερών είναι αρκετός για να προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε ορισμένα δέντρα. Δύο πρόσφατα περιστατικά πτώσης δέντρων στη Μεγάλη Βρετανία έφεραν στο προσκήνιο τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ακραία ζέστη στη σταθερότητά τους.
Η ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Δασικής Έρευνας του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ Δρ. Άννα Γκάρντνερ, μελετά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στα δέντρα και δηλώνει: «Κατά τη διάρκεια παρατεταμένων περιόδων ζέστης και ξηρασίας, τα δέντρα χάνουν περισσότερο νερό μέσω των φύλλων τους απ’ ό,τι μπορούν να αναπληρώσουν από το έδαφος, με αποτέλεσμα να υφίστανται υδατική καταπόνηση. Αυτό μπορεί να μεταβάλει τις φυσικές ιδιότητες των ιστών τους και να μειώσει το περιθώριο ασφαλείας, καθιστώντας τα μεγάλα κλαδιά πιο πιθανό να σπάσουν από το ίδιο τους το βάρος, ακόμη και όταν επικρατεί άπνοια». Όπως επεσήμανε η ερευνήτρια, δεν αντιδρούν όλα τα δέντρα ή όλα τα κλαδιά με τον ίδιο τρόπο, καθώς παράγοντες όπως το είδος, η ηλικία και η γενική κατάσταση της υγείας τους, επηρεάζουν την ανθεκτικότητά τους.
Σε ορισμένες περιοχές της χώρας, οι δημοτικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες να μην συγκεντρώνονται κάτω από τη σκιά των δέντρων, λόγω αυξημένου κινδύνου πτώσης κλαδιών, ενός φαινομένου γνωστού ως «σύνδρομο αιφνίδιας πτώσης κλαδιών» (sudden branch drop syndrome), που ενδέχεται να συνδέεται με την ακραία ζέστη.
Οι επιστήμονες ερευνούν πλέον πώς αντιδρούν διαφορετικά είδη δέντρων στους καύσωνες, καθώς και τις διαφορές μεταξύ των δέντρων που βρίσκονται σε αστικές περιοχές και εκείνων που αναπτύσσονται σε δάση και δασικές εκτάσεις. Σύμφωνα με την κα Γκάρντνερ, η κατανόηση αυτών των αντιδράσεων θα βοηθήσει στη βελτίωση της φροντίδας των αστικών δέντρων, ώστε να συνεχίσουν να προσφέρουν πολύτιμα οφέλη, όπως «τη δροσιά στις πόλεις καιs τους οικισμούς μας, τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα και την υποστήριξη της βιοποικιλότητας».
πηγή: B.B.C.
