Το μεγάλο παράδοξο που χαρακτηρίζει τη σημερινή εποχή είναι ότι ενώ ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν είχαν πρόσβαση σε τόση γνώση, πληροφορίες και εργαλεία κατανόησης του κόσμου, οι σημερινές συζητήσεις μοιάζουν απελπιστικά φτωχές και αδιάφορες. Και το λατινικό «non multa, sed multum» (όχι πολλά αλλά πολύ – σε βάθος), ίσως το πιο ταιριαστό απέναντι στη σημερινή «σούπα» της υπερπληροφόρησης, άγνωστο και ξεχασμένο.
Μια απλή ματιά σε όσα κυριαρχούν σε παρέες, καθημερινές συναναστροφές, κοινωνικά δίκτυα, τηλεοπτικά πάνελ, δεν καταγράφει άλλα από εφήμερα περιστατικά, ασήμαντες αφορμές, προσωπικές λεπτομέρειες, κουτσομπολιά, καταναλωτικές επιλογές ή στιγμιαίες εντυπώσεις. Οι συζητήσεις συρρικνώνονται διαρκώς γύρω από το ασήμαντο ή το ευτελές, σε μια εντυπωσιακή αλλαγή, καθώς δεν είναι μακριά ο καιρός που οι άνθρωποι συζητούσαν για πολιτική, ιδέες, ιστορία, κοινωνία, λογοτεχνία, φιλοσοφία. Όχι φυσικά επειδή ήταν όλοι διανοούμενοι, αλλά επειδή υπήρχε η αίσθηση ότι ο κόσμος μπορεί να κατανοηθεί και ίσως να βελτιωθεί. Αντίθετα, σήμερα κυριαρχεί η αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει πραγματικά. Η πολιτική έχει απαξιωθεί στα μάτια πολλών ως ένας χώρος βολέματος, κυνισμού και διαχείρισης συμφερόντων, η συλλογική δράση μοιάζει ανίσχυρη και το μέλλον φαίνεται προδιαγεγραμμένο από δυνάμεις που κανείς δεν ελέγχει.
Είναι λογικό όταν ο άνθρωπος πάψει να πιστεύει ότι μπορεί να επηρεάσει τα μεγάλα ζητήματα, να καταφεύγει στα μικρά και όταν νιώθει αδύναμος απέναντι στο ουσιώδες, να επενδύει συναισθηματικά στο επουσιώδες. Το ανησυχητικό όμως είναι ότι αυτή η εντυπωσιακή μετατόπιση είναι και πνευματική. Ο άκριτα υιοθετημένος σύγχρονος τρόπος ζωής με το διαδίκτυο στην πρωτοκαθεδρία, έχει μετατρέψει την προσοχή σε εμπόρευμα. Το σύνθετο κουράζει, το βαθύ απαιτεί χρόνο, το δύσκολο απαιτεί κόπο, ενώ το απλό, γρήγορο και επιφανειακό, καταναλώνονται εύκολα και αφήνουν πεδίο δράσης σε όσους μετέρχονται τη χειραγώγηση των μαζών. Έτσι, η καθημερινή «πληροφόρηση», οι προσανατολισμοί και τα ενδιαφέροντα όλων, γίνονται όλο και πιο πρόχειρα. Και όπως το πρόχειρο φαγητό εκπαιδεύει τον ουρανίσκο να απορρίπτει τις πιο σύνθετες γεύσεις, έτσι και η συνεχής κατανάλωση εύκολου περιεχομένου εκπαιδεύει το μυαλό να αποφεύγει τη σκέψη.
Η απώλεια του κριτηρίου
Όσο κι αν εδράζεται σ’ αυτή, το κριτήριο δεν είναι ακριβώς γνώση, αλλά η ικανότητα να ξεχωρίζεις το σημαντικό από το ασήμαντο, το ουσιαστικό από το εντυπωσιακό, το αληθινό από το ευχάριστο. Είναι μια δεξιότητα που καλλιεργείται μεν από τη γνώση, αλλά και μέσα από ανάγνωση, διάλογο, αμφισβήτηση και πνευματική άσκηση. Όταν όμως ο άνθρωπος συνηθίζει να λαμβάνει έτοιμες γνώμες, έτοιμα συμπεράσματα και έτοιμες ερμηνείες, το κριτήριο ατροφεί. Πολλώ δε μάλλον όταν βάζει άλλους (τεχνητή νοημοσύνη) να του δίνουν τα πάντα μασημένα, ακόμη και να τον κάνουν έμπειρο συντάκτη με έτοιμα κείμενα!
Η ευκολία του έτοιμου γεννά έναν νέο τύπο εξάρτησης, καθώς δεν ψάχνουμε, δεν κρίνουμε και δεν συγκρίνουμε ούτε αναρωτιόμαστε. Αναζητούμε κάποιον να μας πει τι να πιστέψουμε, τι να αγοράσουμε, τι να θαυμάσουμε, τι να καταδικάσουμε. Σήμερα, αυτόν τον «κάποιο» τον έχουμε διαρκώς μαζί μας. Ο αλγόριθμος επιλέγει, ο «ειδικός» ερμηνεύει, η πλατφόρμα φιλτράρει και ο χρήστης ακολουθεί άκριτα. Σταδιακά η σκέψη μετατρέπεται από ενεργητική διαδικασία σε παθητική κατανάλωση. Το αποτέλεσμα είναι μια παράξενη μορφή ανημποριάς, όχι της ανημποριάς εκείνου που στερείται πληροφοριών, αλλά εκείνου που κατακλύζεται από αυτές χωρίς να μπορεί να τις οργανώσει σε νόημα. Με ορατό αποτέλεσμα ανθρώπους που γνωρίζουν πολλά αποσπασματικά πράγματα, αλλά δυσκολεύονται να συνθέσουν μια συνολική εικόνα. Ανθρώπων -θα το βλέπετε καθημερινά- που έχουν άποψη για τα πάντα αλλά ελάχιστη κατανόηση για οτιδήποτε!
Τίποτε περισσότερο από ανούσιες συζητήσεις πλέον
Η κυριαρχία του ασήμαντου μέσα από μια κατανάλωση πληροφοριών που στοιχειοθετούν άγνοια, δεν είναι ζήτημα επιλογής ή γούστου. Είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης πολιτισμικής κόπωσης της ανθρώπινης κοινωνίας που χάνει σταδιακά την πίστη της στη σκέψη ως εργαλείο ελευθερίας.
Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι ότι μιλάμε πλέον μόνο ή κυρίως για ανούσια πράγματα, καθώς πάντοτε οι άνθρωποι μιλούσαν και θα μιλούν για την καθημερινότητά τους. Η βαθύτερη απειλή είναι ότι αρχίζουμε να ξεχνάμε πώς να μιλάμε για οτιδήποτε περισσότερο από αυτή, με τους περισσότερους να μην το έχουν καν συνειδητοποιήσει!
«Sapere aude» (τόλμησε να σκεφτείς) έλεγε ο Οράτιος, κάτι που αργότερα έγινε κεντρικό σύνθημα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Όταν μια κοινωνία δεν μπορεί πια να συζητήσει σοβαρά για το μέλλον της, όταν αδυνατεί να διακρίνει το ουσιώδες από το εφήμερο, όταν παύει να προσανατολίζεται στα ψυχωφελή και όταν η πνευματική προσπάθεια θεωρείται περιττή πολυτέλεια, τότε το πρόβλημα δεν είναι η φλυαρία, αλλά η σιωπηλή παραίτηση της σκέψης. Κι αυτό είναι τρομακτικά ολέθριο.
