Υπάρχει κάτι παράδοξο με τις μεγάλες λέξεις της εποχής μας. Όσο περισσότερο τις ακούμε, τόσο περισσότερο υποψιαζόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά…
«Οικολογία»
Πάρτε για παράδειγμα την «οικολογία». Σήμερα είναι παντού, σε κυβερνητικές εξαγγελίες, σε διαφημίσεις αυτοκινήτων, σε συσκευασίες απορρυπαντικών, σε εταιρικές εκθέσεις. Κι όμως μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο όρος ήταν σχεδόν άγνωστος στο ευρύ κοινό. Όχι επειδή δεν υπήρχε επιστημονικά, καθώς καταγράφεται από το 1866, όταν ο Γερμανός βιολόγος Ernst Haeckel χρησιμοποίησε τη λέξη «ökologie» για να περιγράψει τη σχέση των οργανισμών με το περιβάλλον τους. Αλλά για έναν ολόκληρο αιώνα η οικολογία παρέμενε κυρίως ακαδημαϊκή υπόθεση. Ο απλός άνθρωπος δεν μιλούσε γι’ αυτή, όπως δεν μιλά κανείς καθημερινά για τον αέρα που αναπνέει. Ήταν κάτι «εκ των ουκ άνευ», αυτονόητο.
Η μεγάλη έκρηξη του όρου ήρθε τη δεκαετία του 1970. Η πρώτη «ημέρα της Γης», οι πετρελαϊκές κρίσεις, η ρύπανση των ποταμών και των πόλεων που άρχισε να καθίσταται ορατή, τα βιομηχανικά ατυχήματα και η αυξανόμενη ανησυχία για τα όρια της ανάπτυξης, έφεραν την οικολογία στο προσκήνιο. Με άλλα λόγια, αρχίσαμε να μιλάμε για την οικολογία όταν αρχίσαμε να τη διαταράσσουμε σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
«Βιωσιμότητα»
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και με τη «βιωσιμότητα». Η λέξη υπήρχε με διάφορες μορφές εδώ και αιώνες στη διαχείριση δασών, αλλά η σύγχρονη έννοιά της γεννήθηκε ουσιαστικά το 1987 με την έκθεση «Brundtland report». Εκεί εμφανίζεται ο διάσημος ορισμός της «βιώσιμης ανάπτυξης», ως τέτοιας που καλύπτει τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να υπονομεύει την ικανότητα των επόμενων γενεών να καλύψουν τις δικές τους.
Μέχρι τότε η ανθρωπότητα μιλούσε απλώς για ανάπτυξη. Όταν συνειδητοποιήσαμε ότι η ανάπτυξη μπορεί να εξαντλεί πόρους, να καταστρέφει οικοσυστήματα και να υποθηκεύει το μέλλον, προσθέσαμε τον επιθετικό προσδιορισμό «βιώσιμη»! Είναι σαν να μην αρκεί πλέον να μιλάμε για τροφή αλλά για «ασφαλή τροφή», όχι για νερό αλλά για «πόσιμο νερό»! Ο προσδιορισμός εμφανίζεται όταν το ουσιαστικό παύει να θεωρείται δεδομένο…
«E.S.G.»
Και ύστερα ήρθε το περιβόητο ακρωνύμιο «Environmental, Social, Governance». Εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν οι αγορές ανακάλυψαν ότι οι επενδυτές ανησυχούν όχι μόνο για τα κέρδη αλλά και για τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και διοικητικές επιπτώσεις των επιχειρήσεων. Ακούγεται προοδευτικό. Και σε πολλές περιπτώσεις είναι.
Υπάρχει όμως και μια ειρωνεία. Αν μια εταιρεία χρειάζεται να εκδώσει ετήσια έκθεση εκατοντάδων σελίδων για να αποδείξει ότι δεν καταστρέφει το περιβάλλον, δεν εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους και δεν λειτουργεί με αδιαφανείς πρακτικές, τότε ίσως το πρόβλημα είναι βαθύτερο από τη μέτρησή του.
Οι νέοι όροι είναι συναγερμοί
Η ιστορία των λέξεων μοιάζει να ακολουθεί έναν παράξενο κανόνα: Δεν ονομάζουμε αυτά που λειτουργούν φυσιολογικά, αλλά αναβαπτίζουμε αυτά που αρχίζουν να σπάνε. Κι αυτό δείχνει πολλά…
Κανείς δεν μιλούσε για «κυβερνοασφάλεια» πριν εμφανιστούν οι κυβερνοεπιθέσεις. Κανείς δεν μιλούσε για «προστασία προσωπικών δεδομένων» πριν οι προσωπικές πληροφορίες μετατραπούν σε εμπόρευμα. Κανείς δεν μιλούσε για «ψηφιακή αποτοξίνωση» πριν η οθόνη γίνει προέκταση του χεριού μας.
Οι νέες λέξεις δεν είναι απλώς γλωσσικές εφευρέσεις. Είναι συναγερμοί. Γι’ αυτό ίσως αξίζει να αντιμετωπίζουμε με λίγη καχυποψία τη διαρκή παραγωγή νέων όρων. Όχι επειδή οι έννοιες είναι άχρηστες, αντίθετα, συχνά είναι απολύτως αναγκαίες. Αλλά επειδή κάθε νέα λέξη κρύβει συνήθως τη δυσάρεστη παραδοχή ότι κάτι που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητο έχει πάψει να είναι.
Η οικολογία έγινε σύνθημα όταν τραυματίσαμε τη φύση. Η βιωσιμότητα έγινε δόγμα όταν αμφισβητήσαμε το μέλλον. Και το E.S.G. έγινε βιομηχανία όταν η εμπιστοσύνη στις επιχειρήσεις έπαψε να θεωρείται δεδομένη.
Ίσως τελικά η πιο ανησυχητική ερώτηση δεν είναι γιατί αυτές οι λέξεις βρίσκονται παντού. Είναι γιατί χρειάστηκε να εφευρεθούν.
