Η παγκόσμια αισιοδοξία των αρχών της τρέχουσας δεκαετίας, τότε που η διεθνής κοινότητα πίστευε ότι οι δυνάμεις της αγοράς θα μπορούσαν να στρέψουν την παγκόσμια οικονομία μακριά από τα ορυκτά καύσιμα, έχει πλέον δώσει τη θέση της σε μια διάχυτη απογοήτευση. Μια νέα, αναλυτική μελέτη της Λίζα Σακς, διευθύντριας του Κέντρου Βιώσιμων Επενδύσεων του Πανεπιστημίου Κολούμπια, έρχεται να ρίξει φως στα αίτια αυτής της αποτυχίας. Η κεντρική διαπίστωση της έρευνας είναι αποκαλυπτική: η θεμελιώδης παρανόηση του τρόπου λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και των περιορισμών που αντιμετωπίζουν οι διάφοροι φορείς του, καθυστέρησε δραματικά την παγκόσμια δράση για το κλίμα, προκαλώντας παράλληλα έντονες αντιδράσεις τόσο στους ακτιβιστές όσο και στους ίδιους τους τραπεζίτες.
Σύμφωνα με την έκθεση, η οποία συντάχθηκε με τη συμμετοχή κορυφαίων ερευνητών και έλαβε τεχνική ανατροφοδότηση από στελέχη κεντρικών τραπεζών και διεθνών τραπεζικών ομίλων, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην απραξία, αλλά στην πλήρη αναντιστοιχία μεταξύ στόχων, θεσμικών εντολών και χρηματοδοτικών εργαλείων. Παρά τις μεγαλόστομες δεσμεύσεις των μεγαλύτερων διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων για ευθυγράμμιση των χαρτοφυλακίων τους με το όριο του ενάμισι βαθμού κελσίου, η πραγματικότητα της αυξημένης ενεργειακής ζήτησης και των πολιτικών πιέσεων οδήγησε σε αναδίπλωση. Η Σακς επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι επί μία δεκαετία οι αρμόδιοι φορείς αναλώθηκαν σε λογιστικές αναλύσεις, δείκτες μέτρησης και περίπλοκα πλαίσια γνωστοποιήσεων, την ίδια στιγμή που οι πραγματικές οδοί μετάβασης και τα δομικά εμπόδια χρηματοδότησης ήταν ήδη γνωστά.
Το σφάλμα της σύγχυσης των κλιματικών κινδύνων
Το κυριότερο δομικό πρόβλημα που αναδεικνύει η μελέτη είναι η συγχώνευση εντελώς διαφορετικών κατηγοριών κινδύνου κάτω από τον γενικό και ασαφή όρο «κλιματικός κίνδυνος». Αυτή η εννοιολογική σύγχυση οδηγεί σε ασυνάρτητη διακυβέρνηση και στρεβλά κίνητρα. Η έκθεση διαχωρίζει σαφώς τρεις μορφές κινδύνου: τον πλανητικό κίνδυνο, που αφορά φυσικές καταστροφές όπως οι πυρκαγιές και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, τον οικονομικό κίνδυνο, που πλήττει την παραγωγικότητα και τους δημόσιους προϋπολογισμούς, και τον χρηματοπιστωτικό κίνδυνο, ο οποίος επηρεάζει την πιστοληπτική ικανότητα και τη σταθερότητα των τραπεζών.
Η ταύτιση αυτών των εννοιών αναγκάζει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να ενεργούν πέρα από τη δικαιοδοσία τους, διαχέει την ευθύνη και σπαταλά δημόσιους πόρους. Για παράδειγμα, τα τεστ αντοχής που εφαρμόζουν οι κεντρικές τράπεζες με την ελπίδα ότι θα επιταχύνουν την πράσινη μετάβαση συχνά φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Όταν μια εμπορική τράπεζα εντοπίζει κλιματικό κίνδυνο, η ορθολογική της αντίδραση δεν είναι η χρηματοδότηση της μετάβασης, αλλά η απόσυρση των κεφαλαίων της ή η αύξηση του κόστους δανεισμού για τις πληττόμενες περιοχές, επιδεινώνοντας την οικονομική ευαλωτότητα των τοπικών κοινωνιών.
Η επιστροφή στα παραδοσιακά καύσιμα και το σχίσμα των αγορών
Η απομάκρυνση από τους στόχους της βιωσιμότητας γίνεται ακόμη πιο εμφανής από τις πρόσφατες κινήσεις μεγάλων επενδυτικών κεφαλαίων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, το οποίο αποφάσισε να υπαναχωρήσει από τη δέσμευση που είχε αναλάβει προ τετραετίας για πλήρη αποεπένδυση από τις δημόσια διαπραγματεύσιμες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου, διαχειριζόμενο πλέον ένα αποθεματικό ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων με αμιγώς χρηματοοικονομικά κριτήρια.
Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες διεθνείς τράπεζες προειδοποιούν ότι η βαθιά διχοτόμηση μεταξύ των κορυφαίων οικονομιών του πλανήτη ως προς την προσέγγιση της ενεργειακής μετάβασης δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια. Οι τραπεζικοί οργανισμοί βρίσκονται πλέον μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα: καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στη χρηματοδότηση της οικονομικής ανάπτυξης των πελατών τους και στη διατήρηση του ρυθμού μείωσης των εκπομπών που χρηματοδοτούν.
