Η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική γιορτή του πλανήτη ξεκινάει, όμως φέτος το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται μόνο στο χορτάρι αλλά και στις κερκίδες. Περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια φίλαθλοι αναμένεται να κατακλύσουν τα στάδια των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, του Καναδά και του Μεξικού. Πίσω από τη λάμψη των αστέρων του αθλήματος, ωστόσο, κρύβεται μια πρωτοφανής επιχείρηση ασφαλείας, η οποία μετατρέπει τις αθλητικές εγκαταστάσεις σε πεδία δοκιμής προηγμένων συστημάτων παρακολούθησης. Οργανώσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκφράζουν έντονες ανησυχίες ότι οι αυξημένες διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις χρησιμοποιούνται ως πρόσημα για την εφαρμογή μέτρων που περιορίζουν τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών.
Οι προειδοποιήσεις των ειδικών εστιάζουν στον κίνδυνο τα συστήματα αυτά να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς που ξεπερνούν την απλή περιφρούρηση των αγώνων, όπως για παράδειγμα για τη μαζική καταγραφή και τον εντοπισμό μεταναστών χωρίς επίσημα έγγραφα από τις ομοσπονδιακές αρχές. Ήδη, συνασπισμοί οργανώσεων έχουν εκδώσει ταξιδιωτικές οδηγίες για τους ξένους επισκέπτες, προειδοποιώντας τους για το καθεστώς αυξημένης επιτήρησης, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για το πώς θα γίνει η διαχείριση και η αποθήκευση των προσωπικών δεδομένων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Από τα έξυπνα συστήματα αναγνώρισης προσώπου μέχρι τα ρομποτικά συστήματα περιπολίας
Η τεχνολογία που επιστρατεύεται φέτος αλλάζει ριζικά την εμπειρία των φιλάθλων, ξεκινώντας από την ίδια την είσοδο στα στάδια. Μεγάλα γήπεδα σε πόλεις όπως η Βοστώνη, το Μαϊάμι και η Ατλάντα εφαρμόζουν συστήματα ψηφιακής αναγνώρισης προσώπου. Παράλληλα, στην πόλη του Κάνσας, το μέτρο αυτό επεκτείνεται δοκιμαστικά ακόμα και στα δημόσια λεωφορεία. Η τάση αυτή, σύμφωνα με διεθνείς αναφορές, δείχνει πώς τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα χρησιμοποιούνται συχνά για να εξοικειωθεί η κοινή γνώμη με την καθολική ψηφιακή παρακολούθηση στην καθημερινή ζωή.
Πέρα από την ταυτοποίηση των προσώπων, η επιτήρηση αποκτά και φυσική παρουσία με τη μορφή ρομποτικών τετράποδων. Μηχανικοί σκύλοι εξοπλισμένοι με κάμερες και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης θα περιπολούν στα κέντρα μετάδοσης αγώνων στο Ντάλας και στα πέριξ του σταδίου της Νέας Υόρκης, ενώ ανάλογες εικόνες καταγράφονται και στο Μοντερέι του Μεξικού. Για τον συντονισμό των επιχειρήσεων, οι διοργανωτές χρησιμοποιούν ψηφιακά ομοιώματα των γηπέδων, παρακολουθώντας σε πραγματικό χρόνο τις κινήσεις του πλήθους, των οχημάτων και των δυνάμεων ασφαλείας. Το πρόβλημα εντείνεται από την έλλειψη διαφάνειας, καθώς πολλές φορές δεν διευκρινίζεται αν τα δεδομένα ελέγχονται από την αστυνομία ή από ιδιωτικές εταιρείες, ούτε για πόσο καιρό παραμένουν αποθηκευμένα μετά τη λήξη των αγώνων.
Η μόνιμη κληρονομιά των προσωρινών μέτρων ως απειλή για τις κοινωνικές ελευθερίες
Η ανησυχία για την επέκταση των μέτρων δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Στον Καναδά, οι πόλεις του Τορόντο και του Βανκούβερ επενδύουν εκατομμύρια δολάρια σε νέα κέντρα διοίκησης και εκατοντάδες κάμερες στους δρόμους και στα μέσα μεταφοράς, προκαλώντας την παρέμβαση των αρμόδιων αρχών για την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Αυτή η εκτεταμένη στρατιωτικοποίηση των αθλητικών διοργανώσεων, η οποία ξεκίνησε να λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις σε προηγούμενες διοργανώσεις όπως εκείνη του Κατάρ, αποτελεί πλέον μια εξαιρετικά κερδοφόρα αγορά για τις μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες, οι οποίες βρίσκουν στα γήπεδα την τέλεια βιτρίνα για να παρουσιάσουν τεχνολογίες που σχεδιάστηκαν αρχικά για το πεδίο της μάχης.
Ο πραγματικός και μακροπρόθεσμος κίνδυνος, ωστόσο, εντοπίζεται στην επόμενη ημέρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι υποδομές παρακολούθησης που εγκαθίστανται με την αφορμή ενός έκτακτου γεγονότος, σπάνια αποξηλώνονται μετά το τέλος του. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να σκεφτούμε ότι οι πόλεις θα βρεθούν την επόμενη ημέρα με ένα έτοιμο, πανίσχυρο δίκτυο επιτήρησης, το οποίο μπορεί να ενσωματωθεί στην καθημερινή αστυνόμευση. Αυτή η μόνιμη ψηφιακή υποδομή ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την ελεύθερη έκφραση των πολιτών και τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, αποδεικνύοντας ότι το τίμημα της ασφάλειας των αγώνων μπορεί τελικά να είναι η ίδια η ελευθερία της κοινωνίας.
