Η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης είκοσι σημαντικών προβλημάτων υγείας, όπως διαπιστώνει έρευνα του Ινστιτούτου Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας του Πανεπιστημίου της Washington, με επικεφαλής την Ελληνίδα ερευνήτρια Εμμανουέλα Γακίδου.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature Health» και συνιστά την πιο ολοκληρωμένη ανάλυση μέχρι σήμερα της σχέσης μεταξύ της κατανάλωσης αλκοόλ και είκοσι σημαντικών αποτελεσμάτων για την υγεία. Η ανάλυση εντοπίζει ότι οι επιπτώσεις του αλκοόλ στην υγεία δεν είναι ομοιόμορφες. Ο κίνδυνος αυξάνεται σταθερά με την κατανάλωση αλκοόλ για ορισμένες παθήσεις -κυρίως καρκίνους-, ενώ για αρκετές καρδιομεταβολικές και νευρολογικές παθήσεις, η χαμηλή ως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο. Αντίθετα, σε υψηλότερα επίπεδα κατανάλωσης, τα στοιχεία υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο και για τις παθήσεις αυτές.
Συγκεκριμένα, η κατανάλωση αλκοόλ σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο και για τους δέκα καρκίνους που μελετήθηκαν, με τον κίνδυνο να αυξάνεται καθώς αυξάνεται η κατανάλωση. Όμως, ακόμα και η κατανάλωση λιγότερου από ενός ποτού την ημέρα (ή ποσότητας μικρότερης από δέκα γραμμάρια καθαρού αλκοόλ) συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για καρκίνους του φάρυγγα, του παχέος εντέρου, του οισοφάγου, του μαστού, του ήπατος, του παγκρέατος και του προστάτη. Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του φάρυγγα -εξαιρουμένου του καρκίνου του ρινοφάρυγγα- ήταν τουλάχιστον 105% αυξημένος σε μέσα επίπεδα κατανάλωσης αλκοόλ. Οι καρκίνοι του λάρυγγα, του παχέος εντέρου, των χειλιών και της στοματικής κοιλότητας, είχαν μέτριες αυξήσεις κινδύνου (22%-49%). Οι καρκίνοι του οισοφάγου, του μαστού, του ήπατος, του παγκρέατος και του προστάτη, έδειξαν ασθενέστερες αλλά σταθερές ενδείξεις βλάβης, με τους κινδύνους να αυξάνονται σταθερά καθώς αυξανόταν η κατανάλωση. Τέλος, ο καρκίνος του στομάχου χρειάζεται πρόσθετα στοιχεία για να κατανοηθεί καλύτερα η συσχέτιση.
Η κατανάλωση αλκοόλ συνδέθηκε επίσης με υψηλότερο κίνδυνο κίρρωσης του ήπατος και άλλων χρόνιων ηπατικών παθήσεων (αύξηση τουλάχιστον 40%) και παγκρεατίτιδας (αύξηση τουλάχιστον 22%). Υψηλότερος φαίνεται να είναι ο κίνδυνος και για λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος και φυματίωση, αν και τα στοιχεία ήταν ασθενέστερα. Για αρκετές καρδιομεταβολικές και νευρολογικές παθήσεις, όπως ο διαβήτης τύπου 2, η νόσος Alzheimer και άλλες μορφές άνοιας, η ισχαιμική καρδιοπάθεια και το εγκεφαλικό επεισόδιο, η χαμηλή ως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο ασθένειας σε σύγκριση με τη μη κατανάλωση αλκοόλ. Για παράδειγμα, ο διαβήτης τύπου 2 και η νόσος Alzheimer παρουσίασαν μείωση κινδύνου τουλάχιστον 4,5% και 6,4% αντίστοιχα. Ωστόσο, η υψηλότερη κατανάλωση αλκοόλ συσχετίστηκε με μεγαλύτερο κίνδυνο.
Τα στοιχεία δεν υποστηρίζουν ένα ενιαίο ασφαλές όριο κατανάλωσης και δεν εντοπίζουν σημαντικές διαφορές ανά φύλο. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες για την κατανάλωση αλκοόλ θα πρέπει να αποθαρρύνουν την έντονη κατανάλωσή του και να υπογραμμίζουν με σαφήνεια ότι ακόμη και η χαμηλή ως μέτρια κατανάλωση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αρκετές παθήσεις, ιδίως καρκίνους. Όπως επισημαίνουν, η ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τη σύνδεση του αλκοόλ με τον καρκίνο παραμένει σχετικά χαμηλή, ενώ απαιτείται αποτελεσματική καθοδήγηση για τη δημόσια υγεία ώστε να γνωστοποιούνται με σαφήνεια οι πιθανές επιπτώσεις του αλκοόλ στην υγεία.
Εδώ η επιστημονική δημοσίευση.
