Η ανάκτηση κρίσιμων πρώτων υλών από απόβλητα, όπως οι χρησιμοποιημένες μπαταρίες, τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους και οι ηλεκτρονικές συσκευές, θα μπορούσε να καλύψει περισσότερο από το ήμισυ της ευρωπαϊκής ζήτησης έως το 2050. Σύμφωνα με νέα έκθεση ερευνητικού προγράμματος που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γηραιά Ήπειρος έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τα λεγόμενα «αστικά μεταλλεία» της, περιορίζοντας δραστικά την εξάρτησή της από τις εισαγωγές ορυκτών που είναι απαραίτητα για την πράσινη μετάβαση.
Η ανακύκλωση θεωρείται πλέον η βασική οδός για τις δυτικές χώρες προκειμένου να απεμπλακούν από την κυριαρχία της Κίνας στην εφοδιαστική αλυσίδα. Τα συγκεκριμένα υλικά είναι ζωτικής σημασίας για την κατασκευή τεχνολογιών καθαρής ενέργειας, από ηλεκτρικά αυτοκίνητα μέχρι ηλιακούς συλλέκτες και ανεμογεννήτριες.
Ασφάλεια εφοδιασμού και ανάσχεση της εξόρυξης
Οι συντάκτες της μελέτης επισημαίνουν ότι η εκμετάλλευση του δυναμικού που κρύβεται στα ευρωπαϊκά απορρίμματα είναι θεμελιώδους σημασίας για την ενίσχυση της ασφάλειας του εφοδιασμού, τη στήριξη της μετάβασης σε καθαρές μορφές ενέργειας και τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Για να επιτευχθεί αυτό, η έκθεση εισηγείται μια δομική μεταστροφή στον τρόπο διαχείρισης των αποβλήτων στην Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή, οι ευρωπαϊκές χώρες καταγράφουν τις δευτερογενείς πρώτες ύλες με διαφορετικές μεθόδους, ενώ απουσιάζει μια ενιαία περιφερειακή αγορά. Παράλληλα, κρίνεται αναγκαία η αύξηση των επενδύσεων στη βιομηχανική υποδομή ανακύκλωσης, η κατάρτιση του εργατικού δυναμικού και η ευαισθητοποίηση των πολιτών.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο, καθώς το Πεκίνο ελέγχει σήμερα την παραγωγή και τη διύλιση της συντριπτικής πλειονότητας των κρίσιμων ορυκτών παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένου του λιθίου και των σπάνιων γαιών. Μέσα στο τελευταίο έτος, εν μέσω εμπορικών εντάσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, η Κίνα επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές αυτών των υλικών, γεγονός που απειλεί να αυξήσει το κόστος των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας και να επηρεάσει την προσιτή τιμή των ηλεκτρικών οχημάτων.
Τα σενάρια της επόμενης εικοσαετίας
Η επιστημονική ανάλυση εξέτασε το δυναμικό της Ευρώπης έως το 2050 μέσα από διαφορετικές προοπτικές: τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, τη βελτίωση των συνθηκών συλλογής και, τέλος, την πλήρη κυκλικότητα, όπου το σύνολο των αξιοποιήσιμων υλικών επιστρέφει στην παραγωγή.
Το 2022, περίπου δύο εκατομμύρια τόνοι κρίσιμων ορυκτών βρίσκονταν εγκλωβισμένοι σε ευρωπαϊκά απόβλητα, μέγεθος που αναμένεται να τριπλασιαστεί έως τα μέσα του αιώνα. Σήμερα, πολύτιμα στοιχεία όπως το κοβάλτιο και οι σπάνιες γαίες χάνονται σε μεγάλο βαθμό κατά τη διαδικασία συλλογής ή επεξεργασίας. Ωστόσο, εάν το σύνολο των δευτερογενών υλικών που ήδη συγκεντρώνονται υποβαλλόταν σε ουσιαστική ανακύκλωση, θα μπορούσε να καλύψει το 56% των αναγκών της ηπείρου.
Η δυναμική διαφέρει ανάλογα με το είδος του απορρίμματος. Τα παλιά οχήματα, για παράδειγμα, παρουσιάζουν ήδη υψηλά ποσοστά συλλογής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και περιέχουν μέταλλα με μεγάλες δυνατότητες ανάκτησης, τα οποία όμως σήμερα μένουν ανεκμετάλλευτα. Η ανακύκλωση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων αναμένεται να έχει τη μεγαλύτερη συνεισφορά σε αυτή την προσπάθεια.
Αλλαγή νοοτροπίας και προστασία των οικοσυστημάτων
Το αν η Ευρώπη θα μετουσιώσει αυτή την προοπτική σε πραγματικότητα εξαρτάται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται τώρα στους τομείς της νομοθεσίας, των υποδομών και της συλλογής δεδομένων. Παράγοντες της αγοράς τονίζουν ότι η νοοτροπία μας πρέπει να αλλάξει, ώστε οι δευτερογενείς πηγές να αντιμετωπίζονται πλέον ως τα νέα βασικά κοιτάσματα.
Η στροφή προς την κυκλική οικονομία προσφέρει και ένα σημαντικό περιβαλλοντικό ανάχωμα. Πρόσφατες περιβαλλοντικές μελέτες δείχνουν ότι η εντατικοποίηση της ανακύκλωσης, σε συνδυασμό με μέτρα ενεργειακής απόδοσης, μπορεί να εξασφαλίσει τα απαραίτητα ορυκτά χωρίς να επεκταθεί η εξορυκτική δραστηριότητα σε ευαίσθητα οικοσυστήματα, όπως οι βαθιές θάλασσες ή περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας. Σύμφωνα με τις διεθνείς εκτιμήσεις, η επιτυχής κλιμάκωση αυτών των πρακτικών μπορεί να μειώσει την ανάγκη για νέες εξορύξεις κατά το ένα τρίτο μέσα στα επόμενα χρόνια.
