Η μελισσοκομία Φωτόπουλου παράγει εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες εξαιρετικό μέλι Ταΰγετου, καθώς και προϊόντα μελιού (γύρη, βασιλικό πολτό και πρόπολη), με μελίσσια που «ταξιδεύουν» σε όλη την κεντρική και νότια Πελοπόννησο.
Η πορεία της μελισσοκομίας Φωτόπουλου
Ο Μιχάλης Χ. Φωτόπουλος μαζί με τη σύζυγό του Μαρία Φωτοπούλου, ξεκίνησαν δειλά το 1980 ως ερασιτέχνες μελισσοκόμοι, έχοντας πέντε κυψέλες στον κήπο του σπιτιού τους στο Ακριτοχώρι Μεσσηνίας. Παρήγαγαν μέλι ίσα-ίσα για τις ανάγκες της οικογένειάς τους, για τα τρία παιδιά τους και για να φιλεύουν συγγενείς και αγαπημένους φίλους. Μετά από λίγα χρόνια, ο Μιχάλης και η Μαρία αποφάσισαν από ερασιτέχνες να γίνουν επαγγελματίες παραγωγοί μελιού, για να μοιραστούν την υπέροχη γεύση και θρεπτική αξία του μελιού και με όλους τους συνανθρώπους τους. Έτσι, το 1983 οι πέντε κυψέλες είχαν γίνει διακόσιες και μεταφέρθηκαν από τον κήπο του σπιτιού τους στην ευρύτερη περιοχή της μεσσηνιακής Μάνης και στα υψώματα του Ταΰγετου.
Το 1984 έγιναν ενεργά μέλη στη λαϊκή αγορά των Αθηνών. Η άριστη ποιότητα των προϊόντων τους, τους έκανε να αποκτούν συνέχεια καινούργιους πελάτες, με σταθερή αξία τους παλιούς. Όλους του γλύκαιναν και τους χάριζαν απλόχερα τα ευεργετικά οφέλη του μελιού και των υπολοίπων αγνών προϊόντων τους (γύρη, βασιλικό πολτό και τα ευωδιαστά βότανα του βουνού).
Το 1994 ο μικρότερος υιός Χαράλαμπος Φωτόπουλος αναλαμβάνει την επιχείρηση, ενώ έχει παρακολουθήσει εκπαιδευτικά σεμινάρια μελισσοκομίας και έχει πάρει τις κατάλληλες γνώσεις για το επάγγελμα, οι οποίες μαζί με την τέχνη των γονιών του συνθέτουν το μυστικό της επιτυχίας. Οι γονείς συνεχίζουν μέχρι και σήμερα με πολλή όρεξη και μεράκι να παράγουν το μέλι και όλα τα παράγωγά του, μεγαλώνοντας την επιχείρηση. Παίρνουν μέρος σε μεγάλες γιορτές μελιού και είναι σήμερα εγγεγραμμένοι στον Συνεταιρισμό Μελισσοκόμων Καλαμάτας, ασχολούμενοι με τη χονδρική και λιανική πώληση των προϊόντων τους.
Μέλι από παρθένα μέρη και άγρια φύση
Συνομιλώντας με τον Χαράλαμπο Φωτόπουλο που εδώ και περισσότερα από τριάντα χρόνια έχει αναλάβει τα ηνία της σκληρής προσπάθειας, ξεκαθαρίζει: «Προσπαθούμε οικογενειακά να δώσουμε στον κόσμο μέλι που τρώμε κι εμείς, καθώς αυτό που τρώμε στο σπίτι μας θέλουμε να πάει και στο ράφι».
Το μέλι συλλέγεται από Μεσσηνία, Λακωνία και Αρκαδία. «Τα μελίσσια τα γυρνάμε από Μεσσηνία μέχρι Λακωνία, Ταΰγετο, Πάρνωνα, ανεβαίνουμε Αρκαδία, Μαίναλο, Μεγαλόπολη» λέει ο κ. Φωτόπουλος, τονίζοντας ότι «πρόκειται για παρθένα μέρη, περιοχές που δεν έχουν μεταλλαγμένα φυτά, μέρη που υπάρχει άγρια φύση. Η διαφορά μας είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια καταφέραμε να βρούμε κάποια καλά σημεία, με μικρές διαφορές μέσα στα χρόνια λόγω αλλαγής από τις φωτιές και από πλημμύρες».
Οι ποικιλίες μελιού που παράγονται από τη μελισσοκομία Φωτόπουλου είναι θυμάρι, έλατο, βανίλια ελάτου, ρείκι, κουμαριά, φασκόμηλο, ευκάλυπτο, ανθόμελο, βελανιδιά, κάστανο, πεύκο και πορτοκαλιά. Βαρύνουσα σημασία έχει ότι «έχουμε πιστοποιηθεί με το ISO 22000 για την ασφάλεια τροφίμων (παραγωγή και συσκευασία) από το 2007. Το παλέψαμε δηλαδή χρόνια πίσω να το κάνουμε, τότε που δεν κάνεις να ασχολούταν με αυτά. Για να υπάρχει μια διαδικασία και ένας κανόνας σε όλα τα πράγματα που κάνουμε» λέει ο συνομιλητής μας.
Όσο για την εξωστρέφεια και τη δημόσια παρουσία της μελισσοκομίας, σημειώνει: «Μας αρέσει, θέλουμε να έχουμε επαφή με τον κόσμο, να παίρνουμε τις γνώμες του για το προϊόν μας, γι’ αυτό το λόγο παίρνουμε μέρος σε αρκετές εκθέσεις. Για να καταλαβαίνουμε τι αρέσει στον κόσμο».
«Θέλει σεβασμό, θέλει αγάπη αυτό το πράγμα»
Ο κ. Φωτόπουλος λέει ότι «όλοι οι μελισσοκόμοι προσπαθούμε να βγάλουμε καλό μέλι», παραθέτοντας ωστόσο κάποια κομβικά σημεία: «Το θέμα είναι να προστατεύεις τη μέλισσα για να μπορείς κάθε χρόνο να βγάλεις πάλι το ίδιο μέλι. Θέλει σεβασμό, θέλει αγάπη αυτό το πράγμα. Αυτό που λέμε είναι ότι υπάρχει μια διαφορά μεταξύ του “επιλέγω να γίνω μελισσοκόμος” και του “γίνομαι κατ’ ανάγκη μελισσοκόμος”».
Όσο για τις αρχικές δυσκολίες, «ένας νέος μελισσοκόμος εκεί ταλαιπωρείται πολύ και χάνει, στην προσπάθεια μέχρι να ανακαλύψει μέρος να βάλει τα μελίσσια για να βγει το μέλι έτσι πώς θα πρέπει» λέει, προσθέτοντας: «Έχουμε βρει κάποια σημεία που βγάζουμε σταθερή ποιότητα και έτσι κάθε χρόνο βγαίνει ένα πολύ καλό ποιοτικό και εύγευστο προϊόν. Και παράλληλα εκσυγχρονιζόμαστε όσο το επιτρέπει η παραδοσιακή μελισσοκομία».
Κλείσαμε τη συνομιλία μας -μοιραία- με την κλιματική αλλαγή, καθώς όλα τα παραπάνω δεν μένουν αλώβητα από αυτή: «Έχει αρχίσει και φαίνεται πια και μας κάνει λίγο τη ζωή δύσκολη, όπως και της μέλισσας με την παραγωγή. Έχουν πέσει οι ποσότητες και θέλουν πολύ αγώνα για να βγουν. Έχουν χαθεί λίγο οι εποχές».
