Η εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας έρχεται αντιμέτωπη με μια οδυνηρή αντίφαση που θίγει τον πυρήνα της κοινωνικής συνοχής. Από τη μία πλευρά, η χώρα καταγράφει αποκαρδιωτικές επιδόσεις στη σπατάλη τροφίμων, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ από την άλλη, ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού παλεύει καθημερινά με το φάσμα της επισιτιστικής ανασφάλειας. Κάθε χρόνο, περισσότεροι από δύο εκατομμύρια τόνοι βρώσιμων αγαθών οδηγούνται στις χωματερές, την ίδια στιγμή που χιλιάδες νοικοκυριά αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές διατροφικές τους ανάγκες.
Η oικονομική αιμορραγία των νοικοκυριών
Η σπατάλη αυτή δεν έχει μόνο ηθικές και περιβαλλοντικές προεκτάσεις, αλλά μεταφράζεται σε ένα δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος που επιβαρύνει άμεσα τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Υπολογίζεται ότι κάθε νοικοκυριό καταβάλλει περίπου 1.000 ευρώ ετησίως μέσω των δημοτικών τελών μόνο για τη διαχείριση και αποκομιδή των απορριμμάτων τροφίμων που το ίδιο παράγει. Το ποσό αυτό, το οποίο υπερβαίνει τον τρέχοντα κατώτατο μισθό, αναδεικνύει το μέγεθος της οικονομικής παραδοξότητας σε μια περίοδο έντονων πιέσεων στο κόστος διαβίωσης.
Το χάσμα της επισιτιστικής ανασφάλειας
Στον αντίποδα αυτής της υπερκατανάλωσης, η πραγματικότητα για πολλούς πολίτες παραμένει ζοφερή. Περισσότεροι από ένας στους δέκα κατοίκους της χώρας αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην πρόσβαση σε ποιοτική τροφή, δηλώνοντας αδυναμία να καταναλώσουν κρέας, ψάρι ή κοτόπουλο έστω και κάθε δεύτερη ημέρα. Η κατάσταση επιδεινώνεται δραματικά για όσους διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας, όπου η αναλογία αυτή εκτινάσσεται σε πάνω από έναν στους τρεις. Παρά την έξοδο από την εποχή των μνημονίων, τα χαμηλά εισοδήματα και η ακρίβεια που καλπάζει διατηρούν την επισιτιστική κρίση σε υψηλά επίπεδα.
Η παγίδα της διαγενεακής φτώχειας
Πέρα από τα οικονομικά μεγέθη, το πρόβλημα έχει βαθιές κοινωνικές ρίζες. Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός στην Ελλάδα τείνουν να αποκτούν διαγενεακό χαρακτήρα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο τα άτομα δυσκολεύονται να αποδράσουν. Η απομόνωση και η αδυναμία συμμετοχής στην κοινωνική ζωή ανατροφοδοτούν την επισιτιστική ανασφάλεια, καθιστώντας την ένα σύνθετο πρόβλημα που απαιτεί κάτι περισσότερο από απλές επιφανειακές παρεμβάσεις.
Σχέδια επί χάρτου και εφαρμογή στην πράξη
Αν και η Ελλάδα έχει ενσωματώσει ευρωπαϊκές οδηγίες για τη διαχείριση αποβλήτων και την κυκλική οικονομία ήδη από το 2021, η υλοποίησή τους παραμένει απελπιστικά αργή. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, όπως αυτές του Χάρβαρντ και του Παγκόσμιου Δικτύου Τραπεζών Τροφίμων, τα εθνικά σχέδια στερούνται μετρήσιμων στόχων και συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων για την περίοδο έως το 2030. Η χώρα φαίνεται να υστερεί στη μετατροπή των θεωρητικών προγραμμάτων σε δράσεις που θα προάγουν τις δωρεές τροφίμων και θα περιορίσουν τις απώλειες στην αλυσίδα παραγωγής.
Προς μια υποχρεωτική πολιτική δωρεών
Για την αντιμετώπιση του φαινομένου, διεθνείς αναλυτές προτείνουν τη θέσπιση αυστηρών νομικών υποχρεώσεων για μεγάλες επιχειρήσεις, ακολουθώντας παραδείγματα χωρών όπως η Γαλλία. Εκεί, μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και βιομηχανίες τροφίμων υποχρεούνται να συνάπτουν συμφωνίες με φιλανθρωπικές οργανώσεις για τη δωρεά πλεοναζόντων, αλλά ασφαλών τροφίμων.
