Η προσβασιμότητα στις ελληνικές πόλεις παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα και άνισα πεδία αστικής πολιτικής. Παρά τις νομοθετικές προβλέψεις και μεμονωμένες καλές πρακτικές, η Ελλάδα δεν διαθέτει μια επίσημη, συγκρίσιμη κατάταξη πόλεων ως προς τη φιλικότητα προς τα άτομα με αναπηρία.
Ωστόσο, μέσα από ευρωπαϊκές διακρίσεις, μελέτες και εμπειρικές παρατηρήσεις, διαμορφώνεται μια σαφής εικόνα για το ποιες πόλεις ξεχωρίζουν και γιατί. Σε έρευνά του, το ΤΝΒ εξέτασε δεδομένα -συμπεριλαμβάνοντας και μια… τουριστική ματιά- και τα παραθέτει:
Κομοτηνή: το πιο συνεκτικό παράδειγμα
Η Κομοτηνή αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση ελληνικής πόλης που επένδυσε συστηματικά στην προσβασιμότητα. Το 2021 βρέθηκε ανάμεσα στις έξι πιο προσβάσιμες πόλεις της Ευρώπης, λαμβάνοντας ειδική μνεία στα βραβεία “Access City Award”.
Η διάκριση δεν ήταν τυχαία, καθώς η πόλη διαθέτει εκτεταμένο δίκτυο ραμπών (περισσότερες από εξακόσιες), είναι μορφολογικά επίπεδη και έχει υλοποιήσει παρεμβάσεις σε δημόσιους χώρους με συνέχεια και συνέπεια. Τα τελευταία χρόνια, συμμετέχει και σε ευρωπαϊκά προγράμματα για «έξυπνη» προσβασιμότητα, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση της.
Πρόκειται μάλλον για την πιο ολοκληρωμένη -έστω σε μικρή κλίμακα- ελληνική περίπτωση.
Αθήνα: Υψηλή προσβασιμότητα με μεγάλες αντιφάσεις
Η Αθήνα εμφανίζεται συχνά σε διεθνείς λίστες προσβάσιμων προορισμών. Σε πρόσφατη ευρωπαϊκή έρευνα κατέλαβε την έκτη θέση, με εκατοντάδες προσβάσιμα αξιοθέατα και επιχειρήσεις. Ωστόσο, η εικόνα αυτή αφορά κυρίως στο ιστορικό κέντρο, σε τουριστικές ζώνες και σε οργανωμένες υποδομές. Στην καθημερινότητα των κατοίκων, η κατάσταση διαφοροποιείται έντονα με κατειλημμένες ράμπες, στενά ή κατεστραμμένα πεζοδρόμια και ελλιπή συντήρηση.
Δεν μπορούμε να πούμε ότι Αθήνα είναι «μη προσβάσιμη», ωστόσο είναι βαθιά άνιση. Κάτι που υποστηρίζεται σχεδόν καθημερινά από πλήθος δημοσιευμάτων, σχολίων, εικόνων και video.
Βόλος και Λάρισα: Οι «αθόρυβες» πόλεις
Χωρίς επίσημες ευρωπαϊκές διακρίσεις, πόλεις όπως ο Βόλος και η Λάρισα συχνά αναφέρονται ως πιο λειτουργικές στην πράξη. Κοινά χαρακτηριστικά τους είναι το επίπεδο αστικό περιβάλλον, ο πιο σύγχρονος πολεοδομικός σχεδιασμός σε σχέση με παλαιότερα κέντρα και η λιγότερη κυκλοφοριακή πίεση.
Δεν είναι πρότυπες πόλεις, ωστόσο είναι πιο «κατοικήσιμες» για άτομα με κινητικές δυσκολίες σε σύγκριση με μεγαλύτερα αστικά κέντρα.
Ο τουρισμός απέναντι στην καθημερινότητα
Η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά στην προσβασιμότητα στον τουρισμό, με εκατοντάδες προσβάσιμες παραλίες και ξενοδοχειακές υποδομές με διεθνή standards. Ωστόσο, στην καθημερινή αστική ζωή η εφαρμογή των κανόνων είναι αποσπασματική, η προσβασιμότητα συχνά εξαρτάται από τοπικές πρωτοβουλίες, ενώ το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο δεν αρκεί.
Σε επίπεδο νομοθεσίας η Ελλάδα διαθέτει σαφείς προβλέψεις, με υποχρεωτική πρόσβαση σε κτίρια και κοινόχρηστους χώρους, ράμπες, ανελκυστήρες και προσβάσιμες διαδρομές, καθώς και θέσεις στάθμευσης για ΑμεΑ. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην εφαρμογή, στον έλεγχο και στη συντήρηση των υποδομών.
Συμπερασματικά
Επιχειρώντας να συνοψίσουμε -μέσα από τα δεδομένα που εξετάσαμε- την ελληνική πραγματικότητα σε μία φράση, αυτή είναι «όσο πιο μικρή και επίπεδη η πόλη, τόσο πιο λειτουργική για ΑμεΑ».
Όπως και σε πάμπολλους άλλους τομείς, η Ελλάδα δεν υστερεί τόσο σε πρόθεση, όσο σε συνέπεια. Υπάρχουν φωτεινά παραδείγματα -με την Κομοτηνή να ξεχωρίζει- αλλά η συνολική εικόνα παραμένει άνιση.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να δημιουργηθούν «νησίδες προσβασιμότητας», αλλά να γίνει η προσβασιμότητα αυτονόητη σε κάθε πόλη, κάθε γειτονιά, κάθε διαδρομή.
