Παρά την αύξηση που παρατηρείται την τελευταία δεκαετία, οι ετήσιες δαπάνες της Ελλάδας για έρευνα και ανάπτυξη παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2024 οι δαπάνες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα ανήλθαν μόλις στο 1,54% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος της Ε.Ε. ήταν 2,24%. Η υστέρηση αυτή είναι ακόμη πιο εμφανής όταν συγκρίνουμε τα ποσοστά με άλλες μεγάλες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ιαπωνία, όπου οι δαπάνες για καινοτομία και τεχνολογία παραμένουν σημαντικά υψηλότερες.
Πατέντες και καινοτομία
Η Ελλάδα εμφανίζει ιδιαίτερα χαμηλή δραστηριότητα στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (ΕΡΟ) για το 2024, η χώρα μας κατέλαβε την 25η θέση με μόλις 10 αιτήσεις ανά εκατομμύριο κατοίκους, έναντι 152 που αποτελεί τον μέσο όρο της Ε.Ε. Ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συνολική εικόνα είναι απογοητευτική σε σχέση με χώρες που ηγούνται στην καινοτομία, με τον αριθμό αιτήσεων στο πλαίσιο της Συνθήκης Συνεργασίας για τα Διπλώματα Ευρεσιτεχνίας (PCT) να φτάνει τις 98 ανά εκατομμύριο κατοίκους, πολύ πίσω από την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, που κατέγραψαν 358 και 156 αιτήσεις αντίστοιχα.
Υιοθέτηση τεχνολογιών και Τεχνητής Νοημοσύνης
Η κατάσταση δεν είναι πιο ενθαρρυντική όσον αφορά την αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις. Ο δείκτης που μετρά τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης, ανάλυσης δεδομένων και υπηρεσιών cloud δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην 26η θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Μόνο περίπου το 30% των επιχειρήσεων χρησιμοποιεί εργαλεία ανάλυσης δεδομένων, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 40%. Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα δεδομένα για τις τεχνολογίες ΑΙ, καθώς μόλις το 9% των επιχειρήσεων με 10 ή περισσότερους υπαλλήλους χρησιμοποιεί τουλάχιστον μία εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης, σε αντίθεση με τον μέσο όρο 20% στην Ευρώπη. Στο cloud computing, μόνο το 24% των επιχειρήσεων επενδύει σε ενδιάμεσες ή εξελιγμένες υπηρεσίες, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος φτάνει το 53%.
Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην καινοτομία και στην ψηφιακή τεχνολογία σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη και τις μεγάλες οικονομίες του κόσμου. Η βελτίωση της κατάστασης απαιτεί στοχευμένες επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη, κίνητρα για την προστασία της καινοτομίας μέσω πατεντών και προγράμματα ενίσχυσης της υιοθέτησης τεχνολογιών αιχμής από τις επιχειρήσεις. Χωρίς συντονισμένη στρατηγική, η χώρα κινδυνεύει να παραμείνει σε δευτερεύουσα θέση στο διεθνές περιβάλλον, περιορίζοντας τις δυνατότητες ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητάς της στον ψηφιακό και τεχνολογικό τομέα.
