Η Αττική απέναντι στο νερό που επιστρέφει
Σε ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Kontra News, είδαμε ότι η πρόσφατη κακοκαιρία λειτουργεί όχι ως αιτία, αλλά ως καταλύτης για να αποκαλυφθεί ένα διαχρονικό έγκλημα εις βάρος της Αττικής. Το λεκανοπέδιο δεν πνίγεται απλώς από έντονες βροχοπτώσεις, πνίγεται από δεκαετίες αυθαιρεσίας, άναρχης δόμησης και συστηματικής εξαφάνισης του φυσικού του υδρογραφικού δικτύου. Η εικόνα μιας πόλης χτισμένης πάνω στα ίδια της τα ρέματα δεν είναι μεταφορά, αλλά κυριολεξία.
Όταν τα ποτάμια «εξαφανίστηκαν» από τον χάρτη
Τα στοιχεία που έρχονται στο φως είναι αποκαρδιωτικά. Στα μέσα του 20ού αιώνα, η Αττική διέθετε ένα πυκνό και λειτουργικό δίκτυο ρεμάτων και μικρών ποταμών, συνολικού μήκους άνω των χιλίων διακοσίων χιλιομέτρων. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του δικτύου έχει καλυφθεί, εγκιβωτιστεί ή μπαζωθεί. Από εκατοντάδες φυσικές υδάτινες διαδρομές, ελάχιστες παραμένουν ενεργές και ορατές.
Η εκτεταμένη τσιμεντοποίηση του λεκανοπεδίου έχει αλλοιώσει ανεπιστρεπτί τη φυσική απορροή των υδάτων. Το νερό, όμως, δεν ξεχνά. Ακολουθεί τις χαραγμένες του διαδρομές, ακόμη κι αν πάνω τους έχουν χτιστεί δρόμοι, πολυκατοικίες και βασικές αρτηρίες της πόλης. Έτσι εξηγείται γιατί κάθε έντονη βροχόπτωση μετατρέπει κεντρικούς άξονες σε χειμάρρους και γειτονιές σε λίμνες.
Διαπιστώσαμε ότι τα στοιχεία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου που παρουσιάζονται στο ρεπορτάζ είναι συντριπτικά: «το 1945, η Αττική διέθετε ένα δίκτυο ρεμάτων και ποταμών συνολικού μήκους 1.280 χιλιομέτρων . Σήμερα, από τα περίπου 700 ρέματα που υπήρχαν κάποτε, ζήτημα είναι αν παραμένουν λειτουργικά μόλις 50 .
Το 75% του λεκανοπεδίου έχει καλυφθεί από τσιμέντο, κτίρια και δρόμους, αφήνοντας μόλις το 4% ως ελεύθερους χώρους . Η «μνήμη του νερού» όμως δεν σβήνει. Όταν σημειώνονται έντονες βροχοπτώσεις, το νερό ακολουθεί τις φυσικές του διόδους –όπως ο Ιλισσός και οι παραπόταμοί του– αδιαφορώντας αν εκεί πλέον βρίσκονται κεντρικές λεωφόροι όπως η Μιχαλακοπούλου και η Βασιλίσσης Σοφίας».
Η μνήμη του νερού και η αλαζονεία της πόλης
Η Αττική μοιάζει να πλήρωσε ακριβά την αυταπάτη ότι η φύση μπορεί να «πειθαρχήσει» οριστικά. Ρέματα όπως ο Ιλισσός, που κάποτε αποτελούσαν ζωντανά οικοσυστήματα, θάφτηκαν κάτω από άσφαλτο και μπετόν, χωρίς ποτέ να εξαλειφθεί η φυσική τους λειτουργία. Το αποτέλεσμα είναι μια πόλη που, σε κάθε ακραίο καιρικό φαινόμενο, έρχεται αντιμέτωπη με τις ίδιες της τις επιλογές.
Το γεγονός ότι πάνω από τα δύο τρίτα του λεκανοπεδίου έχουν σφραγιστεί από αδιαπέραστες επιφάνειες αφήνει ελάχιστο χώρο για το νερό να απορροφηθεί φυσικά. Η πλημμύρα, σε αυτό το περιβάλλον, δεν είναι ατύχημα. Είναι αναμενόμενη συνέπεια.
Το Ελληνικό ως απόδειξη ότι υπάρχει άλλος δρόμος
Μέσα σε αυτή τη γενικευμένη εικόνα αποτυχίας, το ρεπορτάζ αναδεικνύει μια κρίσιμη εξαίρεση. Η περίπτωση του Ελληνικού αποδεικνύει ότι η προστασία από τα πλημμυρικά φαινόμενα δεν είναι ζήτημα τύχης, αλλά σχεδιασμού. Εκεί, ένα στοχευμένο αντιπλημμυρικό έργο στο ρέμα των Τραχώνων λειτούργησε αποτελεσματικά, αποτρέποντας καταστροφές ακόμη και όταν γειτονικές περιοχές δοκιμάζονταν σκληρά.
Η διαφορά δεν ήταν η ένταση της βροχής, αλλά η ύπαρξη υποδομών που σέβονται τη φυσική ροή του νερού. Ακόμη και σε μια περιοχή όπου άλλα ρέματα έχουν υποστεί σοβαρές παρεμβάσεις, η σωστή τεχνική επιλογή απέδειξε ότι η πρόληψη είναι εφικτή.
Οι χάρτες που δεν βλέπει το κοινό
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά σε χάρτες επικινδυνότητας που, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, παραμένουν εκτός δημόσιας θέασης. Πρόκειται για αποτυπώσεις που δείχνουν με ακρίβεια ποιες περιοχές και ποια οικοδομικά τετράγωνα βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο πλημμύρας. Παρ’ όλα αυτά, η επίκληση του φόβου πρόκλησης πανικού φαίνεται να υπερισχύει της ανάγκης ενημέρωσης και προστασίας των πολιτών.
Η απόκρυψη της γνώσης, ωστόσο, δεν μειώνει τον κίνδυνο. Αντίθετα, τον εντείνει. Χωρίς ενημέρωση, χωρίς προληπτικά μέτρα και χωρίς απόδοση ευθυνών για τις διαχρονικές αυθαιρεσίες, η Αττική παραμένει εκτεθειμένη σε έναν φαύλο κύκλο καταστροφών.
Ένα προαναγγελθέν έγκλημα χωρίς άλλοθι
Το συμπέρασμα είναι δύσκολο αλλά αναπόφευκτο. Οι πλημμύρες στην Αττική δεν αποτελούν φυσική καταστροφή με την αυστηρή έννοια του όρου. Είναι το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, θεσμικής αδράνειας και μιας μακρόχρονης σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάπτυξη και τη γεωγραφία. Όσο τα ρέματα αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο και όχι ως σύμμαχος, το νερό θα συνεχίσει να επιστρέφει, διεκδικώντας τον χώρο που του αφαιρέθηκε.
Και κάθε φορά, το τίμημα θα το πληρώνει η πόλη.
